Visualizzazione post con etichetta libri. Mostra tutti i post
Visualizzazione post con etichetta libri. Mostra tutti i post

domenica 29 gennaio 2012

Γιατί αγαπάμε τις γυναίκες - Mircea Cărtărescu

You are what you is! Fank Zappa

  
Έλαβα από το νεοσύστατο εκδοτικό οίκο Αλλότροπο αυτό το πρώτο βιβλίο στα Ελληνικά του Μιρτσέα Καρταρέσκου. Γνώριζα ήδη το όνομα του συγγραφέα, και στα ράφια της βιβλιοθήκης μου είχα σε ιταλική μετάφραση και αυτό το βιβλίο και ένα άλλο με τίτλο Νοσταλγία, για το οποίο ο Καρταρέσκου παρομοιάστηκε με τα μεγάλα ονόματα του Κάφκα και του Μπόρχες. Αλλά ακόμα δεν είχα αρχίσει να διαβάζω ούτε το ένα ούτε το άλλο. Οι βιβλιοφάγοι θα καταλάβουν και σίγουρα θα αναγνωρίσουν αμέσως τα συμπτώματα: εμείς οι παλαβοί της ανάγνωσης, οι πάσχοντες από βιβλιοφαγία μαζεύουμε βιβλία ανεξάρτητα από το πότε θα τα διαβάσουμε, η κατάλληλη στιγμή του καθενός θα έρθει, το ξέρουμε. Η έκδοση στα Ελληνικά, λοιπόν, της συλλογής "Γιατί αγαπάμε τις γυναίκες" ήταν το κίνητρο για να γνωρίσω επιτέλους αυτό τον συγγραφέα.

Είναι μια συλλογή 22 μικρών κειμένων που μοιάζουν να είναι αυτοβιογραφικά και έχουν ως επίκεντρο τη γυναίκα, ή μάλλον ως "φαινομενικό" επίκεντρο έχουν τη γυναίκα. Και προσθέτω το "φαινομενικό" γιατί νομίζω ότι οι διάφορες γυναίκες του βιβλίου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αφορμή του συγγραφέα για να μας μιλήσει για τον εαυτό του. Και το κάνει με ειλικρίνεια και αμεσότητα, χωρίς να διστάζει για παράδειγμα μπροστά σε θέματα που συνήθως κανείς δεν τολμά να εξομολογήσει όπως τα πιο απόκρυφα όνειρα ενός νεαρού σε πλήρη "θύελλα ορμονών", ή μια σεξουαλική αποτυχία με μια ώριμη γυναίκα.

Ο συγγραφέας μας συγκινεί με την εξιστόρηση για το μικρό Μίρτσεα που φοβήθηκε ότι στο δρόμο είχε χάσει την μάνα του: η χαρά που ένιωσε τη στιγμή που την ξαναείδε σημάδεψε τόσο βαθιά την ψυχή του που, ασυνείδητα, την συνδύασε για πάντα με την μυρωδιά της καραμέλας που η μάνα του είχε αγοράσει: αυτή η μυρωδιά για πολλά χρόνια μετά έπαιξε το ίδιο ρόλο που είχε η περίφημη ματλέν για τον Μαρσέλ Προύστ.

Συμμεριζόμαστε μαζί του τη στενοχώρια για μια κοπέλα που, παρά την διαφορά ηλικίας τον ερωτεύθηκε, ένα κορίτσι που έμοιαζε με "λούτρινο αρκουδάκι", που είχε την παράξενη συνήθεια να επαναλαμβάνει συνέχεια, ξεκάρφωτα, την έκφραση "με την ουρά στα σκέλια" που ήταν και η τελευταία φράση που ο Μίρτσεα άκουσε από κείνη πριν χάσει κάθε επαφή μαζί της. Ύστερα έμαθε ότι το "λούτρινο αρκουδάκι" έκρυβε μέσα της ένα μεγάλο και βαρύ μαργαριτάρι που την έτρωγε όπως στον "άνθρωπο με το λουλούδι στο στόμα" του Λουίτσι Πιραντέλλο.

Γελάμε κι λίγο μαζί του και με την απογοήτευσή του όταν ένα χαζό ψυχολογικό τεστ τον κατατάσσει ως "κομφορμιστή" με ιδανικό επάγγελμα το "λογιστή".

Από αυτές και από όλες τις άλλες ιστορίες του βιβλίου, αναδύεται μπροστά μου ένας άνθρωπος με όλες τις διάφορες πτυχές που αποτελούν την προσωπικότητά του.

Και καταλαβαίνω και συμφωνώ απολύτως μαζί του όταν μας λέει ότι "δεν είμαστε αντικείμενα, αλλά διαδικασίες".


Νομίζω ότι το τελικό συμπέρασμα που βγάζω από αυτό το βιβλίο συνοψίζεται τέλεια με τις τελευταίες προτάσεις του διηγήματος "Ποιος είμαι εγώ" όπου διαβάζουμε:

"Εγώ είμαι, τελικά, η αναζήτηση του εαυτού μου. Υπάρχω επειδή ψάχνω τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν με ψάχνω για να με βρω: το γεγονός ότι ψάχνω τον ίδιο μου τον εαυτό μου είναι σημάδι ότι ήδη με βρήκα"


Και έτσι, ναι, τώρα ξέρω τον Μιρτσέα Καρταρέσκου, τον νιώθω φίλο μου σχεδόν, και δεν εκπλήσσομαι πια για το πώς μπόρεσε μια άγνωστη ξεναγός, που ο Καρταρέσκου συνάντησε εντελώς τυχαία σε ένα μουσείο στην Ιταλία, να τον κοιτάξει μέσα στα μάτια και να τον φωνάξει με το όνομά του: σίγουρα κι εκείνη η ξεναγός θα είχε διαβάσει τα βιβλία του Μίρτσεα! :-)



domenica 8 gennaio 2012

Σώτη για πάντα



Γιατί μου αρέσει η Σώτη; Καλή ερώτηση! Στην οποία δεν ξέρω να δώσω απάντηση.
Την ανακάλυψα πριν κάποια χρόνια με ένα κείμενό της στο διαδίκτυο: Το καπνιστικό γονίδιο.
Το έχω αυτό το γονίδιο και ξεκαρδίστηκα διαβάζοντας αυτό το άρθρο και αμέσως αναγνώρισα τον εαυτό μου μέσα στις φιγούρες που η Σώτη εικονογραφεί.
Από τότε άρχισα να ψάχνω άλλες δουλείες της, βρήκα πρώτα στο διαδίκτυο το διήγημα «Ο αρραβώνας της Μπέμπας» που περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων των εκδόσεωνAthens voice 4 ιστορίες της πόλης και μετά βρήκα την καταπληκτική σελίδα που ο Λάκης Φουρουκλάς της αφιερώνει και την επισκεπτόμουνα τακτικά. Έτσι σιγά σιγά έχω «περάσει» σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα και διηγήματα της: Θάνατος το πρωί, Αύριο μια άλλη χώρα, Συγχώρεση, Κινέζικα κουτιά, η Φυγή, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Λίγο από το αίμα σου, … και πολλά άλλα.
Υπάρχουνε κάποια κοινά μοτίβα στην γραφή της Σώτης, η ειρωνεία είναι σίγουρα το πιο εμφανές, το πρώτο που διαπιστώνω:
…ήταν τιμή να σου κόψουν το κεφάλι πάνω στο δροσερό αγγλικό χορτάρι. (σελ. 10)
… κοντολογίς, την εποχή της Μεταρρύθμισης, η Αγγλία ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο μέρος για να ζεις. (σελ. 14)
Μέσα σ’ αυτό το ανθυγεινό περιβάλλον, γεννήθηκε η Ιωάννα Γκρέυ. (σελ. 15)
Θάνατος το ξημέρωμα
Αυτή η ειρωνεία όμως έχει το σκοπό της: το χαμόγελο που σου ξεφεύγει με τις περιγραφές της σε βάζει σε σκέψη, και φέρνει ενδεχομένως καλύτερο αποτέλεσμα από αυτό που η συγγραφέας θα προσδοκούσε εάν χρησιμοποιούσε ένα πιο «σοβαροφανές» ύφος.
Ένα δεύτερο στοιχείο που αγαπώ πολύ στην Σώτη είναι η ευαισθησία που διαφαίνεται στα γραπτά της. Ευαισθησία που εκδηλώνει κυρίως προς τις αδύναμες ομάδες της κοινωνίας μας: τα παιδιά, τη νεολαία, τους αδικημένους της ζωής. Η ευαισθησία για την οποία μιλάω δεν είναι όμως αδυναμία. Πρόκειται για κάποιο είδος συμ-πάθειας που την κάνει να υποφέρει πραγματικά για τους καημούς των άλλων και να νιώθει στο πετσί της τα προβλήματά τους. Από αυτή τη ευαισθησία της πηγάζει και η έντονη αντίδρασή της μπροστά στην αδικία:
Βρισκόμουν σε έξαλλη κατάσταση και σκεφτόμουν σοβαρά να γραφτώ στη Νομική, να γίνω δικηγόρος. (σελ. 64)
Μου ερχόταν να ουρλιάξω. Όχι, στην πραγματικότητα, μου ερχόταν να βάλω βόμβα στην αίθουσα. … Τον Ναπ στην ηλεκτρική καρέκλα, τον έστειλε ένας δικαστής … για χάρη του οποίου θα μπορούσα να προσχωρήσω σε τρομοκρατική οργάνωση… ο δικαστής κάνει κομάντο, δηλαδή, ό,τι του καπνίζσει. Αν έχει ξυπνήσει στραβά το πρωί σε στέλνει στην Καρέκλα… (σελ. 67-68)
Θάνατος το ξημέρωμα
Η πλήρης συμπαράστασή της προς τους αδύναμους, τους ανυπεράσπιστους, είναι φανερή και από το βιβλίο «Αύριο μια άλλη χώρα», όπου μας παρουσιάζει μια προβληματική οικογένεια σε περίοδο δύσκολων καιρών: την αρχή της δικτατορίας της Χούντας. Εδώ η ιστορία παραδίδεται κυρίως στα δυο παιδιά που, άθελά τους, βρίσκονται μπλεγμένα σε μια οικογενειακή, πολιτική, ιστορική δίνη που τους στερεί το αναφαίρετο δικαίωμα σε όνειρα και ιδανικά.
Θα μπορούσα να πω ότι η Σώτη ανήκει στη ολιγομελή εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων που δεν εθελοτυφλούν, που δεν αφήνουν τις προκαταλήψεις και τις ψευδο-μίκρο-ευπρέπειες να επηρεάσουν την ικανότητα της κρίσης τους.
se tu penserai, se giudicherai da buon borghese
li condannerai a cinquemila anni più le spese,
ma se capirai, se li cercherai fino in fondo
se non sono gigli son pur sempre figli
vittime di questo mondo.
La città vecchia – Fabrizio de Andrè
εάν θα σκεφτείς και θα κρίνεις με το μάτι του καλού αστού, θα τους καταδικάσεις σε πέντε χιλιάδες χρόνια φυλάκισης και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, αλλά εάν δείχνεις κατανόηση, εάν προσπαθείς να βρεις την αληθινή ψυχή τους, θα δεις ότι παρόλο που δεν είναι κρίνοι αθωότητας, είναι ωστόσο άνθρωποι και θύματα αυτού του κόσμου.
«Η παλιά πόλη» - Φαμπρίτζιο Ντε Αντρέ.
Η βαθιά κατανόηση στην οποία αναφέρεται ο εξαίρετος ποιητής-τραγουδοποιός Fabrizio de André, απαλλαγμένη από προκατασκευασμένους τρόπους προσέγγισης, είναι αυτή που η Αντωνία νιώθει προς τον δολοφόνο της δεκάχρονης κορούλας της. Η Αντωνία λέει ότι καταφέρνει να ξεχωρίζει το κτήνος από τον άνθρωπο και φτάνει στην μεγαλόκαρδη και δύσκολη απόφαση να συγχωρέσει το κτήνος για να σώζει τον άνθρωπο.
Επανέλαβα από μέσα μου «Αν πεθάνει το κτήνος, θα πεθάνει κι ο άνθρωπος» (σελ. 92).
Δεν είχα υποκριθεί, δεν είχα κάνει καμιά προσπάθεια: απλώς, είχα συγχωρέσει τον Λουκάς Κλίφτον. Δεν είχα μπορέσει να ξεχάσω, είχα μπορέσει όμως να τον συγχωρέσω, και συγχωρώντας τον, ένιωθα πως δεν τον περιφρονούσα καν, και πως, αν ένιωθα κάτι γι’ αυτόν, ήταν λύπη. (σελ. 105)
Συγχώρεση
Επειδή
η ζωή είναι μια κλωτσιά στο κεφάλι, (και) ο καθένας προστατεύεται όπως μπορεί (σελ. 183)
Λίγο από το αίμα σου
εάν δεν αλληλοβοηθιόμαστε σε αυτό τον κόσμο, τι μας μένει; Τι μας κάνει να ξεχωριστούμε από τα κτήνη που θεωρούμε κατώτερά μας; Βέβαια έτσι όπως είμαστε, ο καθένας ζει μοναχός και αβοήθητος τη ζωή του. Λέμε ωραία λόγια για την αλληλεγγύη, και την στήριξη του ενός προς τον άλλον, αλλά η αλήθεια είναι ότι είμαστε μοναχικές οντότητες που περιστρεφόμαστε γύρω από το έγω μας. Ο Malone μας το αποδεικνύει, ένας ιδιωτικός πράκτορας που τάχα ερευνά για κάποιες δολοφονίες στην Τσάιναταουν, ουσιαστικά όμως περιφέρεται ολομόναχος στους δρόμους της πολύβουης συνοικίας. Τα «Κινέζικα κουτιά» δεν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα όπως θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Υπάρχουν μεν όλα τα σωστά συστατικά του αμερικάνικου νουάρ, αλλά θα έλεγα ότι πρόκειται για δοκίμιο περί μοναξιάς.
Η Σώτη δεν μας αφηγείται μυθοπλασμένες ιστορίες, δεν μας μιλάει για φαντάσματα, για μεταφυσικά φαινόμενα ή υπερφυσικά όντα, δεν διηγείται τίποτα σχετικά με τα πολυσυζητημένα θέματα της καταστροφής της Σμύρνης και της ανταλλαγής των πληθυσμών. Μας μιλάει για τον σημερινό εαυτό μας, για την πραγματική ζωή και τα αληθινά προβλήματά της. Δίνοντας έτσι ένα ιερό σκοπό στη γραφή της: να αφυπνίσει τα κοιμισμένα μυαλά μας, να ξαναζωντανέψει την ικανότητα αυτόνομης σκέψης. Εξάλλου, ποιος ο ρόλος του διανοούμενου εάν όχι αυτός;
Διαβάζονται, και κυρίως γράφονται πολλά βιβλία, τα πιο πολλά από αυτά όμως δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να μας χαϊδεύουν και να μας κολακεύουν πάντα με τις ίδιες διαμορφωμένες-προκατασκευασμένες αντιλήψεις, κυνηγώντας μάλλον τις πρώτες θέσεις στις λίστες των ευπώλητων.
Αντιθέτως, η γραφή της Σώτης φαίνεται να είναι αυτό που βάζει τον Eugene Stamps να μας πει: (σελ. 344)
- Γιατί γράφετε;
- Επειδή είμαι θυμωμένος.
Να! Το βρήκα επιτέλους τι μου αρέσει στα βιβλία της Σώτης: και είναι πάλι ο Εugene που με βοηθάει να το καταλάβω, όταν λέει ότι αν θα προσευχόταν για κάτι θα ήταν (σελ. 145)
να μη γίνει ποτέ άνθρωπος χωρίς ερωτηματικά, τα ερωτηματικά τον έκαναν αυτό που ήταν.
Λίγο από το αίμα σου
Άρα η πολύπλευρη, η πολυσπουδαγμένη, η κοσμογυρισμένη, η πολύγλωσση γυναίκα, καθηγήτρια πανεπιστημίου, συγγραφέας,opinionist, μεταφράστρια και πολλά άλλα, είναι ένας απλός άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να θέτει ερωτήματα στον εαυτό της.
Είναι από τους λίγους που έχει πράγματι κάτι να μας πει. Ας την ακούσουμε, λοιπόν!
Και περιμένουμε με λαχτάρα το τελευταίο βιβλίο της «Ο χρόνος πάλι» ISBN 978-960-16-3410-4 που σύντομα θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Πατάκη στη σειρά υπό την διεύθυνση του Μισέλ Φάις «Η κουζίνα του συγγραφέα».


giuseppina
Μα, ναι, ναι, δεν είμαστε έκπτωτοι άγγελοι, είμαστε απόγονοι πρωτόγονων ζώων, μην περιμένετε πολλά από μας                          (29 ιστορίες απόγνωσης, σελ. 75)

giovedì 15 settembre 2011

Η άλωση της Κωσταντίας του Γιάννη Μακριδάκη

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη της ιταλικής ενδοχώρας. Γύρω από την πόλη μου, όλο μικρά χωριά, και λίγο πιο πέρα, σε ακτίνα των 45-50 χιλιομέτρων, η θάλασσα. Τίποτε άλλο. Η θάλασσα ήταν τα σύνορά μας. Πολλοί ήταν οι συγγενείς μου που είχαν μεταναστέψει σε μακρινές πόλεις της "Άλλης Ιταλίας" ή της "Υψηλής Ιταλίας" όπως λέγαμε τότε, εννοώντας την Ιταλία του Βορά, στο Μιλάνο, στο Τορίνο, στο Βαρέζε και σε άλλες πόλεις. Όταν αυτά τα ξαδέρφια και οι θείοι έρχονταν για τις διακοπές τους στο χωριό από το οποίο καταγόμασταν κι εμείς, μας διηγούνταν πράγματα που για μένα είχαν την αύρα του παραμυθιού. Μεγάλοι δρόμοι, μεγάλες πολυκατοικίες με οχτώ εννέα ή και παραπάνω ορόφους (εμείς μέναμε στο τέταρτο και τελευταίο και μας φαινόταν ήδη τεράστιο χτίριο!), μεγάλα μαγαζιά, πολυκαταστήματα και εμπορικά κέντρα, σαν χωριά με μαγαζιά δηλαδή όπου υπήρχαν τα πάντα, ό,τι μπορούσες να φανταστείς!! Πράγματα απίστευτα για μένα. Των ονείρων. Και πέρα από αυτό μας λέγανε επίσης ότι από το Μιλάνο, με μια σύντομη βόλτα με το αυτοκίνητο, πήγαιναν στο Λουγκάνο!! στην Ελβετία!! σε μια άλλη χώρα, δηλαδή! τόσο κοντά και τόσο εύκολο ήταν να πας στο "εξωτερικό"!! Και εκεί όλοι μιλούσαν ιταλικά και μπορούσες να πας οπότε σου κάπνιζε, έστω και μόνο για να αγοράσεις τσιγάρα, σοκολάτα, να γεμίσεις το ρεζερβουάρ με βενζίνη γιατί εκεί όλα ήταν πιο φτηνά. Αυτό από το Μιλάνο, από το Τορίνο μετά, ακόμα καλύτερα: πηγαίνανε στην Γαλλία!! Ο κόσμος, στο Τορίνο κοντά, μιλούσε μια διάλεκτο που ήταν σαν τα Γαλλικά, που με τους Γάλλους μπορούσαν να συνεννοηθούν κάλλιστα. Αν ήθελες να δουλέψεις σε πόλεις λίγο πιο ψηλά από το Τορίνο, όπως την Αόστα, έπρεπε να δηλώσεις ότι ξέρεις τα Γαλλικά, γιατί εκεί η πόλη και η περιοχή ήταν δίγλωσση. Τα ονόματα των οδών ήταν γραμμένα σε δυο γλώσσες, Ιταλικά και Γαλλικά, υποχρεωτικά! Το ίδιο γινόταν στο Μπολτζάνο, όπου όλα ήταν στα Ιταλικά και στα Γερμανικά, ή στην Τεργέστη με τα Σλοβένικα και Κροατικά τους. Μαγευόμουν από αυτές τις διηγήσεις, σκεφτόμουν ότι εκεί οι άνθρωποι ήταν προνομιούχοι, αφού είχαν την τύχη να ζουν σε "συνοριακές περιοχές", ότι γίνονταν πιο πλούσιοι με αυτή την συνεχή και εύκολη συναναστροφή με το "εξωτερικό"!! Και έτσι μεγάλωσα, με αυτή την ιδέα σταθερή στο μυαλό μου.
Η ζωή μου μετά, και οι συνειδητές επιλογές μου, μου έφεραν στην Ελλάδα, στην Μυτιλήνη συγκεκριμένα. Μικρή πόλη η Μυτιλήνη (όπως η γενέτειρα μου), όλο μικρότερα χωριά γύρω της, και λίγο πιο πέρα, σε ακτίνα μικρότερη από 45-50 χιλιόμετρα, η θάλασσα (όπως στην γενέτειρα μου πόλη, ακριβώς!). Αλλά η διαφορά ήταν ότι το νησί της Λέσβου ήταν "συνοριακή περιοχή"!! Χαιρόμουν πάρα πολύ! Θα πάμε Τουρκία, έλεγα, θα γνωρίσουμε και τους Τούρκους και θα μάθουμε και Τούρκικα! Χαιρόμουν, σαν μικρό παιδί! Δεν ήξερα τίποτα εγώ τότε για "καταστροφή της Σμύρνης" για την "ανταλλαγή πληθυσμών" και τα συναφή. Βέβαια τα είχαμε διαβάσει στο λύκειο, στο μάθημα παγκόσμιας ιστορίας, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η "έχθρα", ο "ρεβανσισμός", το όνειρο για την "επιστροφή στην Πόλη" είχαν μείνει σαν "forma mentis", νοοτροπία. Καμία επικοινωνία με τις κοντινές τούρκικες ακτές, κανένας Τούρκος δεν ερχόταν στη Μυτιλήνη, κανένας Μυτιληνιός δεν πήγαινε στην Τουρκία, και όχι μόνο δεν πήγαινε, δεν ήθελε να πάει, δεν ήθελε επαφή με τους "απέναντι", δεν ήθελε "να δώσει τα λεφτά του" στους τούρκους, όπως έλεγαν! Εσύ έλεγες τούρκος και καταλάβαιναν αλλόθρησκος, εχθρός, σατανάς ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Πέρασα μερικά χρονάκια έτσι στην Μυτιλήνη πριν δω μερικούς διαφωτισμένους ανθρώπους να οργανώσουν κάποια μη κερδοσκοπική οργάνωση για την "τουρκο-ελληνική φιλία" και να δουλεύουν ενεργά για να ξεκινήσουν τα καραβάκια και να πραγματοποιούνται κάποιες ανταλλαγές επισκέψεων και εκδηλώσεων με τους "απέναντι". Βήμα βήμα, λίγο λίγο, κάτι νομίζω (ή ελπίζω;) ότι αλλάζει στην καθημερινότητα, αλλά οι προκαταλήψεις είναι δύσκολο να ξεριζωθούν, και απαιτείται πολύς πολύς πολύς χρόνο για να αλλάξει πράγματι μια κατάσταση. Εδώ πέρασε ολόκληρο αιώνα και ακόμα επιβιώνουν αυτές οι αντιλήψεις. Θλιβερή κατάσταση.

Πάντως χαίρομαι που τουλάχιστον μερικοί αρχίζουν και μιλάνε ανοιχτά για αυτό το πρόβλημα: το ξέρουμε, μας το έμαθε ο Σωκράτης με την μαιευτική του, ότι μιλώντας, φέρνουμε έξω τις αλήθειες. Μεταξύ αυτών των ανθρώπων είναι ο Γιάννης Μακριδάκης. Πάντα δραστήριος στο "μέτωπο" της τουρκο-ελληνικής φιλίας, τώρα μας χάρισε και το ωραίο του βιβλίο "Η άλωση της Κωσταντίας". Μια γυναίκα, ελληνικής καταγωγής, που ζει στην ελληνική συνοικία στο Ισταμπούλ (που παρά την πιθανή ετυμολογία της ονομασίας από τα Ελληνικά "εις την πόλη" η πόλη συνεχίζει να ονομάζεται Κωνσταντινούπολη!!) παθαίνει αμόκ γιατί μαθαίνει ότι ο γαμπρός της κόρης της είναι από "τούρκικο σπόρο"!! Οι αντιδράσεις της δεν περιγράφονται! Μόνο ο Γιάννης Μακριδάκης κατάφερε να το κάνει!! Απολαυστικός!

domenica 3 luglio 2011

Δεν την αγαπάω πια - Θανάσης Χειμωνάς


'ρε Θανάση

με τι μαστουρώνεσαι όταν γράφεις τα βιβλία σου; τα ξαναδιαβάσεις μια φορά, νηφάλιος, πριν εκδοθούν; απορώ, σοβαρά, απορώ!!

δυστυχώς έπεσα για δεύτερη φορά στη παγίδα, η πρώτη ήταν η ραγδαία επιδείνωση :-(((

lunedì 12 gennaio 2009

la guerra secondo Wilhelm Reich

la psychologie de masse du fascisme de Wilhelm Reich 5
Video σταλμένο από NosLibertes

dal minuto 07,11 al minuto 07.56 ascoltiamo:


poussées par les politicards, les masses humaines ont l’habitude d’attribuer la responsabilité des guerres au potentat du moment. Ainsi on a dénoncé pendant la première guerre mondiale les industriels des armements, pendant la deuxième le grand psychopathe. C’est vouloir rejeter la faute sur d’autres. En réalité, les seuls responsables de la guerre sont les masses humaines qui disposent de tous les moyens nécessaires pour l’ empêcher. Elles supportent ainsi les conséquences atroces de leur apathie, de leur passivité et parfois de leur participation active. Souligner la faute, la responsabilité entière des masses humaines, c’est les prendre au sérieux, les plaindre en faisant d’elles des pauvres victimes c’est les traiter en enfant irresponsable et impuissant.

Le vrai combattant de la liberté choisira la première attitude, tandis que le politicard donnera sa préférence à la seconde.


lunedì 6 ottobre 2008

coincidenze algerine

non conosco l'algeria. non ci sono mai stata. le mie nozioni su questo paese si limitano alla mera posizione geografica e al nome di alcune tra le città più importanti. nient'altro.
eppure esercita un fascino enorme su di me. potrei dire che ho cominciato a sentirne il fascino sin da ragazza quando ho cominciato a leggere prima camus e poi cardinal. già allora sostenevo che gli scrittori francofoni nati in questa parte di mondo avessero una sensibilità diversa, più acuita rispetta a quella dei francesi di francia, i cui scritti mi emozionavano meno.

qualche anno fa, nel 2005, durante una mia visita alla fiera del libro di salonicco, ho visitato lo stand di un editore algerino: [barzakh] alla ricerca di qualche bel libro in francese da leggere. Lo stesso editore, Sofiane Hadjadj, mi consigliò Sous le jasmin la nuit di Maïssa Bey :


mai consiglio migliore: è una raccolta di undici racconti, tutti parlano della donna e delle sue difficili condizioni in un paese in cui ancora non le si riconosce un ruolo paritario. Scritti in modo molto originale, con una dolcezza velata di malinconia e di tristezza.

- Dis, est-ce que je peux...?

- Non!

- Pourquoi?

- Parce que...

- Pourquoi parce que?

- Parce que comme ça.

Variante:

- Parce que tu ne peux pas.

- Pourquoi?

- Parce que.

Parce que. Point. Silence.

Ecco, questo breve dialogo tra una madre e sua figlia ha il grande merito di riassumere tutte le motivazioni profonde di ogni tipo di discriminazione e di fornire finalmente una spiegazione a noi, impenitenti, che non ci rassegniamo ad accettarle :-o !

Dopo Sous le jasmin la nuit son venuti altri libri di Maïssa Bey, Entendez-vous dans les montagnes, Cette fille-là, ma anche di altri autori, Nourredine Saadi, con il suo La nuit des origines, Amin Zaoui con Festin de mensonges, El-Mahdi Acherchour con Lui, le livre . E tutti rientrano ormai tra i "miei autori" quelli di cui piano piano mi procurerò tutti i libri e seguirò sino a quando potrò.

Qualche mese fa, per motivi di nuovo, del tutto casuali e per vie completamente diverse, son venuta a sapere di
Nadia Zouaoui, algerina, che ha realizzato un film documento con la regia di Carmen Garcia, prodotto dall'Office Nazional du Film del Canada. Il film non l'ho ancora visto, non riesco a procurarmelo, sono già al secondo messaggio email senza risposta inviato all'ONF, ma in rete ho trovato un breve trailer Le voyage de Nadia.

e algerina è anche la bellissima e bravissima cantante Souad Massi: non guardo mai la tv, ma una sera, in preda alla disperazione più nera, forse, ho acceso quella cosa nefasta, c'era Gianni Morandi, non so in che programma di quale canale, che presentava Suad: è stato amore a prima nota, ascoltatela


magari conoscessi l'arabo :-)